moriodotisi
HomeNewsΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ: Παγιώνεται η ακρίβεια

ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ: Παγιώνεται η ακρίβεια

Θα συνεχίσει να σφυροκοπά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς η ακρίβεια, καθώς σύμφωνα με την τελευταία έρευνα κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το 21,1% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι σκοπεύει να αυξήσει τις τιμές του και το δεύτερο εξάμηνο του έτους, έναντι μόλις 4,4% που δήλωσε ότι θα τις μειώσει. Μάλιστα, όπως επισημαίνεται «οδεύουμε σταδιακά σε μία κατάσταση στην οποία οι τιμές θα έχουν σταθεροποιηθεί σε ένα νέο υψηλότερο επίπεδο με μικρά περιθώρια αποκλιμάκωσης».

Οι νέες ανατιμήσεις έρχονται να προστεθούν στο ράλι των τιμών από την αρχή του 2022. Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, μετά το ιστορικό ρεκόρ του 59,2% των επιχειρήσεων που είχαν δηλώσει ότι αύξησαν τις τιμές τους το πρώτο εξάμηνο του 2022, το ποσοστό των επιχειρήσεων που δήλωσε ότι αύξησε τις τιμές του υποχώρησε το δεύτερο εξάμηνο του 2022 στο 49,1% και περαιτέρω στο 43,3% το πρώτο εξάμηνο του 2023.

Το ποσοστό αυτό αν και είναι μειωμένο παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Αν δε συμπεριλάβουμε και το χαμηλό ποσοστό των επιχειρήσεων που μείωσαν τις τιμές τους (9,4%) γίνεται αντιληπτό ότι ο πληθωρισμός συνέχισε την ανοδική του πορεία και το πρώτο εξάμηνο του 2023. Άλλωστε φαίνεται και από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ όπου το 2022 η μεταβολή του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή ήταν 9,6% σε σχέση με το 2021, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2023 οι τιμές αυξήθηκαν κατά 4,2% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2022.

Οι επιχειρήσεις στον κλαδο του εμπορίου ήταν ποσοστιαία οι περισσότερες που έκαναν αυξήσεις τιμών (1 στις 2 με βάση την έρευνα), ενώ είχαμε σαφώς μικρότερα ποσοστά επιχειρήσεων που αύξησαν τις τιμές τους στους τομείς των υπηρεσιών (37,3%) και της μεταποίησης (41,2%).

Ήπια υποχώρηση
Εν τω μεταξύ ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, μετά τη σημαντική ενίσχυση που κατέγραψε το δεύτερο εξάμηνο του 2022 στις 69,5 μονάδες αποτελώντας την υψηλότερη επίδοση που έχει καταγραφεί σε έρευνα κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, υποχώρησε ήπια το πρώτο εξάμηνο του 2023 στις 66,7 μονάδες. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ευρήματα της έρευνας, υποδηλώνει ότι η κατάσταση των επιχειρήσεων μετά τις αλλεπάλληλες κρίσεις έχει σταθεροποιηθεί και σε γενικές γραμμές έχει επανέλθει στα προ πανδημίας επίπεδα.

Στα θετικά ευρήματα συμπεριλαμβάνονται τα αποτελέσματα χρήσης των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων για το 2022, όπου το 51% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι είχε κέρδη, ποσοστό εμφανώς αυξημένο σε σχέση τόσο με το αντίστοιχο 37,5% του 2021 όσο και το 27,3% του 2020. Επιπλέον, αποκλιμάκωση παρουσιάζουν οι καθυστερημένες υποχρεώσεις των επιχειρήσεων σε επίπεδα μάλιστα χαμηλότερα και από εκείνα της περιόδου πριν την πανδημία.

Φαίνεται πως το πλήρες άνοιγμα της οικονομίας, συνδυαστικά με τα μέτρα στήριξης που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των κρίσεων, αλλά και τις ευρύτερες πολιτικές μείωσης των φορολογικών βαρών, βοήθησαν ένα σημαντικό αριθμό επιχειρήσεων να βελτιώσουν τη θέση τους.

Από την άλλη μεριά, τα σοβαρά προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις παραμένουν. Συγκεκριμένα, σχεδόν 1 στις 2 επιχειρήσεις δήλωσε ότι έχει μηδενικά ρευστά διαθέσιμα (25,6%) ή διαθέσιμα που επαρκούν το πολύ για ένα μήνα (21,2%). Επιπλέον, το ποσοστό των επιχειρήσεων με καθυστερημένες-ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις παραμένει ακόμα υψηλό (27,2%). Για τις επιχειρήσεις αυτές, τα προβλήματα ρευστότητας είναι εντονότερα καθώς και η δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να ξεφύγουν από τον φαύλο κύκλο της υπερχρέωσης.

Τέλος, οι επιπτώσεις από τις ανατιμήσεις αν και βαίνουν μειούμενες συνεχίζονται. Το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων συνεχίζει να αυξάνεται καθώς με βάση τα ευρήματα της έρευνας αυξήθηκε μεσοσταθμικά το κόστος ενέργειας κατά 20,8%, το κόστος προμήθειας πρώτων υλών και εμπορευμάτων κατά 19,5%, το κόστος καυσίμων οχημάτων κατά 17,3% και το κόστος προμήθειας εξοπλισμού και μηχανημάτων κατά 7,9%. Συνέπεια του αυξημένου κόστους λειτουργίας ήταν περισσότερες από 4 στις 10 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις να αυξήσουν τις τιμές τους.

Τα σημαντικότερα ευρήματα της εξαμηνιαίας έρευνας κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ είναι τα εξής:

Δείκτης οικονομικού κλίματος
– Ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, μετά τη σημαντική ενίσχυση που κατέγραψε το δεύτερο εξάμηνο του 2022 στις 69,5 μονάδες αποτελώντας την υψηλότερη επίδοση που έχει καταγραφεί σε έρευνα κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, υποχώρησε ήπια το πρώτο εξάμηνο του 2023 στις 66,7 μονάδες.

– Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ευρήματα της έρευνας υποδηλώνει ότι η κατάσταση των επιχειρήσεων, μετά τις αλλεπάλληλες κρίσεις, έχει σταθεροποιηθεί και επανέλθει στα προ πανδημίας επίπεδα.

– Οι προσδοκίες, μάλιστα, των ελληνικών ΜμΕ ενισχύονται περαιτέρω. Ειδικότερα και όσον αφορά το δεύτερο εξάμηνο του 2023, ο δείκτης προσδοκιών αυξάνεται στις 67,8 μονάδες (66,5 το προηγούμενο εξάμηνο), χωρίς ωστόσο να προσεγγίζει τα προ πανδημίας επίπεδα.

Κύκλος εργασιών
– Περίπου 1 στις 3 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (30,2%) δήλωσε ότι ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2023, έναντι 32,3% που δήλωσε ότι μειώθηκε και 35,2% που δήλωσε ότι παρέμεινε ο ίδιος.

– Η εικόνα είναι καλύτερη για τις επιχειρήσεις των τομέων μεταποίησης και υπηρεσιών έναντι των εμπορικών επιχειρήσεων.

– Επιπλέον, παρατηρείται μια θετική σχέση μεταξύ του μεγέθους των επιχειρήσεων και της εξέλιξης στον κύκλο εργασιών, αφού οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις με βάση τόσο τον κύκλο εργασιών (πάνω από 300.000€) όσο και τον αριθμό εργαζομένων (πάνω από 5 άτομα) παρουσιάζουν σημαντικά καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με τις μικρότερες επιχειρήσεις (έως 50.000 € κύκλο εργασιών ή/και χωρίς προσωπικό).

Αποτελέσματα χρήσης
– Τα ευρήματα για τα αποτελέσματα χρήσης των επιχειρήσεων το 2022 (κέρδη ή ζημιές) είναι εμφανώς καλύτερα σε σχέση με τα προηγούμενα έτη της πανδημίας.

– Ειδικότερα, περισσότερες από 1 στις 2 επιχειρήσεις (51%) δήλωσε ότι είχε κέρδη το 2022 ποσοστό εμφανώς αυξημένο σε σχέση τόσο με το αντίστοιχο 37,5% του 2021 όσο και το 27,3% του 2020.

Ρευστότητα – Ταμειακά διαθέσιμα
Περισσότερες από 1 στις 3 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δήλωσε μείωση της ρευστότητας το πρώτο εξάμηνο του 2023. Από την άλλη μεριά, το 23,3% δήλωσε αύξηση, ενώ για το 36,5% η κατάσταση δεν μεταβλήθηκε.

– Ως προς τα ρευστά διαθέσιμα, παρά τη βελτίωση που καταγράφεται, η κατάσταση παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη για ένα πολύ μεγάλο μέρος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.

– Συγκεκριμένα, το 25,6% των επιχειρήσεων έχουν μηδενικά ρευστά διαθέσιμα, ενώ για το 21,2% των επιχειρήσεων τα ταμειακά διαθέσιμα επαρκούν το πολύ για ένα μήνα.

– Τα μεγαλύτερα προβλήματα ρευστότητας αντιμετωπίζουν οι μικρότερες με βάση τον αριθμό εργαζομένων και τον κύκλο εργασιών επιχειρήσεις, ενώ πολύ σοβαρό πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις εστίασης όπου το ποσοστό εκείνων που δεν έχουν ταμειακά διαθέσιμα ή τα ταμειακά διαθέσιμα επαρκούν το πολύ για ένα μήνα ανέρχεται στο 53,7% (35,8% δεν έχουν καθόλου ταμειακά διαθέσιμα και το 17,9% έχει ταμειακά διαθέσιμα που επαρκούν το πολύ για ένα μήνα).

Απασχόληση
– Το ισοζύγιο προσλήψεων-αποχωρήσεων είναι θετικό για όλους τους κλάδους με το 16,1% των επιχειρήσεων να δηλώνει αύξηση προσωπικού το πρώτο εξάμηνο του 2023 έναντι 4% που δήλωσε μείωση.

– Θετικές είναι και οι εκτιμήσεις των επιχειρήσεων για το δεύτερο εξάμηνο του 2023 εξάμηνο, καθώς το 7,4% δήλωσε ότι θα αυξήσει το προσωπικό του έναντι 4,7% που θα το μειώσει.

Επενδύσεις

– Περίπου 1 στις 3 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (32,1%) πραγματοποίησε κάποια μορφής επένδυση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2023.

– Το 19,1% πραγματοποίησε επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό και ψηφιακές τεχνολογίες, το 16,1% επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και λοιπά μηχανήματα, το 8,2% σε κτιριακές εγκαταστάσεις και λοιπό εξοπλισμό και το 7% για κατάρτιση και εκπαίδευση προσωπικού.

– Υπάρχει μία σαφής θετική σχέση μεταξύ των επιχειρήσεων που δήλωσαν ότι έχουν πραγματοποιήσει επενδύσεις και του μεγέθους τους σε όρους αριθμού εργαζομένων και κύκλου εργασιών.

– Παρά τα υψηλά ποσοστά επιχειρήσεων που δήλωσαν ότι έχουν κάνει επενδύσεις αυτές ήταν μικρής κλίμακας. Για περισσότερες από 1 στις 2 επιχειρήσεις (55,5%) που πραγματοποίησαν επενδύσεις το ύψος της επένδυσης ήταν έως 10.000 €.

– Το πρόβλημα της πρόσβασης σε χρηματοδότηση για επενδύσεις παραμένει έντονο.

– 8 στις 10 επιχειρήσεις (79,5%) που πραγματοποίησαν επενδύσεις τις χρηματοδότησαν με ίδιους πόρους. Το 9,3% τις χρηματοδότησε μέσω προγραμμάτων χρηματοδότησης ενώ μόλις το 3,9% μέσω τραπεζικού δανεισμού.
Τιμές
– Το 43,3% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων δήλωσε ότι αύξησε τις τιμές του το πρώτο εξάμηνο του 2023. Το ποσοστό αυτό, αν και είναι μειωμένο σε σχέση με το δεύτερο και το πρώτο εξάμηνο του 2022 (49,1% και 59,2% αντίστοιχα), παραμένει εξαιρετικά υψηλό.

– Τα μεγαλύτερα ποσοστά επιχειρήσεων που δήλωσαν ότι αύξησαν τις τιμές τους εντοπίζονται στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις.

– Συγκεκριμένα, τις τιμές τους αύξησε το πρώτο εξάμηνο του 2023 το 48,7% των επιχειρήσεων με κύκλο εργασιών πάνω από 300.000 €, το 48,3% των επιχειρήσεων με κύκλο εργασιών 100.000-300.000, το 42,2% των επιχειρήσεων με κύκλο εργασιών 50.000-100.000 € ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών έως 50.000€ ήταν 35,9%.

– Σε κλαδικό επίπεδο είχαμε σαφώς μικρότερα ποσοστά επιχειρήσεων που αύξησαν τις τιμές τους στους τομείς των υπηρεσιών (37,3%) και της μεταποίησης (41,2%), σε σχέση με τις επιχειρήσεις στον τομέα του εμπορίου (50,8%).

Επιπτώσεις ανατιμήσεων
– Οι αρνητικές επιπτώσεις των ανατιμήσεων για το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων που είχαν καταγραφεί στις προηγούμενες έρευνες του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ συνεχίζονται, αν και βαίνουν σημαντικά μειούμενες.

– Το πρώτο εξάμηνο του 2023 αυξήθηκαν μεσοσταθμικά:

o το κόστος ενέργειας κατά 20,8% (53,6% και 76% το δεύτερο και το πρώτο εξάμηνο του 2022, αντίστοιχα),

o το κόστος προμήθειας πρώτων υλών και εμπορευμάτων κατά 19,8% (26,1% και 43,5% το δεύτερο και το πρώτο εξάμηνο του 2022 αντίστοιχα),

o το κόστος καυσίμων οχημάτων κατά 17,3% (28,8% και 57,8% το δεύτερο και το πρώτο εξάμηνο του 2022 αντίστοιχα),

o το κόστος προμήθειας εξοπλισμού και μηχανημάτων κατά 7,9% (11,8% και 26,2% το δεύτερο και το πρώτο εξάμηνο του 2022 αντίστοιχα).

Υποχρεώσεις – οφειλές
– Αποκλιμάκωση παρουσιάζουν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων σε χαμηλότερα, ακόμα και από τα προ πανδημίας επίπεδα. Ωστόσο, παραμένουν ακόμα σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά.

– Συγκεκριμένα, περισσότερες από 1 στις 4 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (27,2%) έχει τουλάχιστον 1 ληξιπρόθεσμη οφειλή, ποσοστό χαμηλότερο σε σχέση όχι μόνο με τις προηγούμενες έρευνες που έγιναν κατά τη διάρκεια της υγειονομικής και ενεργειακής κρίσης, αλλά και σε σύγκριση με τα προ πανδημίας στοιχεία (38,7% τον Φεβρουάριο του 2020).

– Μείωση καταγράφεται και στα ποσοστά των επιχειρήσεων με πολλαπλές ληξιπρόθεσμες οφειλές. Συγκεκριμένα, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις με 2 ληξιπρόθεσμες οφειλές υποχωρούν στο 5,6% τον Ιούλιο του 2023 έναντι 6,8% που ήταν τον Φεβρουάριο. Επιπλέον, οι πιο υπερχρεωμένες επιχειρήσεις (με 3 ή και περισσότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές) υποχωρούν στο 12% τον Ιούλιο του 2023 έναντι 16,2% που ήταν στην έρευνα του Φεβρουαρίου.

– Ο βαθμός υπερχρέωσης των μικρών και πολύ μικρών διαφοροποιείται ανάλογα με τον κλάδο και το μέγεθος των επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις εστίασης φαίνεται πως με διαφορά αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα υπερχρέωσης, καθώς το 20,9% αυτών έχει τρεις ή και περισσότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Δείκτες αβεβαιότητας και βιωσιμότητας
– Μετά τη σημαντική υποχώρηση κατά 10 περίπου μονάδες που παρουσίασε ο δείκτης αβεβαιότητας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων τον Φεβρουάριο του 2023 καταγράφεται μικρή αύξηση τον Ιούλιο.

– Συγκεκριμένα, το 30,9% εκφράζει φόβο για ενδεχόμενη διακοπή της δραστηριότητάς του στο μέλλον.

– Ανάλογη είναι η εικόνα και ως προς τον δείκτη βιωσιμότητας, καθώς το 4,7% των επιχειρήσεων εκφράζει τον φόβο για διακοπή της δραστηριότητας του το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, έναντι 3,6% που ήταν τον Φεβρουάριο του 2023.

 

(Πηγή:ot.gr)